ανίατος


ανίατος
[аниатос] εκ. неизлечимиый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανίατος" в других словарях:

  • ανίατος — η, ο (Α ἀνίατος, ον) [ιατός] αυτός που δεν μπορεί να θεραπευθεί, αθεράπευτος, αγιάτρευτος (αποδίδεται και σε αρρώστιες, «ανίατος νόσος», και σε αρρώστους, «άσυλο ανιάτων») αρχ. 1. (μτφ. με ηθική σημασία) αδιόρθωτος, αυτός που δεν επιδέχεται… …   Dictionary of Greek

  • ἀνίατος — ἀνίᾱτος , ἀνίατος incurable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανίατος — η, ο αγιάτρευτος: Είχε καταλάβει ότι η αρρώστια του ήταν ανίατη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνιήτως — ἀνίατος incurable adverbial (ionic) ἀνίατος incurable masc/fem acc pl (doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνίητα — ἀνίατος incurable neut nom/voc/acc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνίητος — ἀνίατος incurable masc/fem nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιατότερον — ἀνιᾱτότερον , ἀνίατος incurable adverbial comp ἀνιᾱτότερον , ἀνίατος incurable masc acc comp sg ἀνιᾱτότερον , ἀνίατος incurable neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιάτω — ἀνιά̱τω , ἀνίατος incurable masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἀνιά̱τω , ἀνίατος incurable masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἀνιά̱τω , ἀνιάω grieve pres imperat act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνιάτως — ἀνιά̱τως , ἀνίατος incurable adverbial ἀνιά̱τως , ἀνίατος incurable masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνίατον — ἀνίᾱτον , ἀνίατος incurable masc/fem acc sg ἀνίᾱτον , ἀνίατος incurable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)